Αναρτήσεις

Σαν πας Μαριώ μου στο νερό

Εικόνα
Στην πλούσια  παράδοση του Δανακού, αξιοσημείωτη και ιδιαίτερη θέση κατέχει η μουσική. Άλλοτε τα κοτσάκια και οι πατινάδες, άλλοτε τα πολλά αποκριάτικα τραγούδι και άλλοτε τα τραγούδια του τραπεζιού, τα καθιστικά όπως λένε. Ένα από αυτά μου τραγούδησε η Στέλλα του Νικολαΐδη όπως το είχε μάθει από τη μάνα της Κυριακή Τσάφου (Μπιού* 1924 ή 1925 - 2013)  " Κι εγώ τα είχα μάθει από τη μάνα μου, ό,τι ήξερε η μάνα μου να μου πει. Σαν πας Μαριώ μου στο νερό που μας έλεγε και το τραγουδούσαμε. Εδώ το τραγουδούσανε. Το λες καθιστικά, είναι τραγούδι του τραπεζιού " Σαν πας Μαριώ μου στο νερό Σαν πας Μαριώ -ρωρωρω- μου στο -ρορορο- νερό στη βρύση θα -ραραρα- σε κα -ραραρα- ρτερώ θα σου τσακί -ριριρι- σω το -ρορορο- σταμνί να πας στη μά -ραραρα- να σου α -ραραρα- δειανή σαν σ’ αρωτη -ρηρηρη- σει η μα -ραραρα- να σου Μαριώ μου που -ρουρουρου- ‘ν’ η στα -ραραρα- μνα σου στη βρύση πα -ραραρα- πα -ραραρα- τησα και το σταμνί -ριριρι- μου τσα -ραραρα- κισα δεν είναι πα -ραραρα-...

Ανοίξετε τον Κλήδωνα...

Εικόνα
Τα έθιμα του Κλήδωνα πραγματοποιούνταν την παραμονή και ανήμερα του Αγίου Ιωάννη στις 24 Ιουνίου. Οι νέοι μαζεύονταν σε ένα σπίτι το βράδυ για να βάλουν τον Κλήδωνα. Έβαζε ο καθένας μέσα σε ένα κουβέλι*  κάποιο κόσμημα και όταν τον άνοιγαν ξεκινούσε η Καλλιόπη το πρώτο τραγούδι στον σκοπό του Κλήδωνα.  Ανοίξετε τον Κλήδωνα το χρυσοκλειδωμένο καλέ, το χρυσοκλειδωμένο καλέ και βγάλτε την αγάπη μου οπού τη περιμένω καλέ, οπού τη περιμένω καλέ. Και ύστερα έβγαζαν τυχαία ένα κόσμημα και ο καθένας έπρεπε να βγάλει και να πει κι αυτός ένα τραγούδι. "Παλιά βάναμε και τον Κλήδωνα, παντού κι εδώ πέρα στω Γαρμπίνηδω πιο πολύ. Ο σκοπός που λέγανε: «Ανοίξετε τον Κλήδωνα το χρυσοκλειδωμένο καλέ, το χρυσοκλειδωμένο καλέ και βγάλτε την αγάπη μου οπού τη περιμένω καλέ, οπού τη περιμένω καλέ.» (τραγουδιστά) και έβγανε το αυτό, τίνος είναι το δαχτυλίδι, της Πιπίνας, του Μιχάλη, αυτός ήτανε ο σκοπός. (Κι έλεγε) ο καθένας ότι εμπόριε να βγάλει. Ο καθενής έβγανε ένα τραγούδι και το ‘λεγε, ήβανε το ...

To Πλυσταριό του χωριού

Εικόνα
Στο Ρυάκα, κοντά και γύρω από το γεφυράκι είναι το σημείο που αποκαλούμε Πλυσταριό. Εκεί μαζεύονταν παλιά οι γυναίκες του χωριού για να πλύνουν τα ρούχα. Όπως μου ανέφεραν σε μια συζήτηση η Ειρήνη Σοϊλέ (Μπαστουνορήνη) και η Φιλίππα Βάσιλα (του Γιαννίκου) κάποτε το σημείο αυτό ήταν πολύ πιο όμορφο απ' ότι είναι σήμερα. "Ήτανε περιποιημένα, μόνο οι πέτρες εκεί που σαπουνίζαμε. Κι απ’ την κάτω μεριά στο γεφυράκι, πλύναμε κι εκεί. Ήταν μια μεγάλη πέτρα και είχε σα λακουβίτσα στη μέση και πλύνανε κι εκεί. Απ’ την απάνω μεριά, που είναι τα πλυσταριά που έχουν κάνει τώρα ήταν μια πέτρα εκεί κι ήτανε, ξέρεις, έβαζες τα ρούχα τα πολλά μπροστά κι ήβανες τα άλλα. Ήτανε λίγο λοξό, κι είχε μια κατηφοριά και τα ‘πιανες με την κοπανίδα*, και των ήδωνες με την ψυχή σου και τα ξέβγανες μετά εκεί στον τράφο, ήταν άλλη μια στο πεζούλι που είναι το ποτιστικό από πάνω και τα ξεβγάναμε εκεί που ήτρεχε συνέχεια το νερό και τα ξεβγάζαμε εκεί τα ρούχα." Η διαδικασία απλή αλλά συνάμα κουραστική. ...

Δεν έχει ο Μάης Σάββατα κι ο Αύγουστος Κυριακάδες

Εικόνα
Η κάθε παροιμία που λεγόταν τότε είχε τη σημασία της...  Όπως και όλους τους υπόλοιπους μήνες, έτσι και τον Μάη οι αγροτικές εργασίες δεν σταματούσαν. Φύλλισμα και θειάφισμα στ' αμπέλια, οι βοσκοί τυροκομούνε και οι αγρότες φύτευαν τους καλοκαιρινούς σπόρους. " Την άνοιξη ώσπου να περάσω του Χατζή το μύλο, από 'κει μέχρι που να πάω στη Ροπική, ελιγόνουμου απ' τη μυρωδιά απ' τα δέντρα, απ' τσοι ασπαράρτοι, απ' τη μυρωδιά που είχαν τα λουλούδια. Δηλαδή, με έπιανε κάτι, έτσι σα λυποθυμιά. Τόσο πολύ μυρίζανε, σκέψου τι αναπνέαμε. (...) Ετότε οι αθρώποι δουλεύανε, εθερίζανε, ελωνίζανε, είχαν τ' αμπέλια, έπρεπε να πάνε να θειαφίσουν τ΄ αμπέλια, έπρεπε να πάνε να τα φυλλίσουν, να τα ξεβλαστώσουν, πολλά πράγματα... Αφού ιδίως την άνοιξη που φύτευγαν τ' αμπέλια και θέλανε να τα ξεβλασταρώσουνε και μου 'λέγε η γιαγιά μου “Άκου να σου πω παιδάκι μου, δεν έχει ο Μάης Σάββατα κι ο Αύγουστος Κυριακάδες”, δηλαδή ήπρεπε και τα Σάββατα και οι Κυριακάδες αυτοί οι...

Σαν την καλέσει στο χορό της δίνει το μαντήλι...

Εικόνα
...και μες στα μάτια την κοιτά και τρέμουνε τα χείλη"  λέει στους στίχους της η Χαλκορήνη στο τραγούδι "Στο πανηγύρι του χωριού" κι έτσι περιγράφει ακριβώς πως ξεκινούσε ένα ζευγάρι το χορό του και τη σημασία που είχε το μαντήλι. Πήγαινε, λοιπόν, ο χορευτής να ζητήσει από τη χορεύτρα να χορέψουν προσφέροντας της το μαντήλι του. " Ο άντρας το είχε και σηκωνότανε, ήθε να σηκωθεί να τραβήξει το μαντήλι, να προσφερθεί προς την κοπελιά και να πάει η κοπελιά να πιάσει το μαντήλι να χορέψουνε " μας λέει η Ειρήνη Σοϊλέ (Μπαστουνορήνη).  Ύστερα πλήρωνε ο άντρας τα τσαμπουνοντούμπακα (ή τα βιολιά αργότερα) κι έκανε παραγγελιά ποιο σκοπό ήθελε να χορέψουν.  " Σηκωνότανε το ζευγάρι, δε χόρευε κανένας άλλος, μόνο ο άντρας με τη γυναίκα " είναι τα λόγια του Βασίλη Βάσιλα (του Γιαννίκου).  Πάντα ξεκινούσαν με συρτό το χορό τους " Μαντήλι είχανε, μπροστά βαστά ο άντρας και πίσω η γυναίκα...   Πάντα κοιτούσε ο ένας τον άλλον " λέει ο Γιάννης Βάσιλας (Χα...

Στο Βαλκανικό Πόλεμο

Εικόνα
Ήταν μέσα Ιουνίου του 1913. Η μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (Β' Βαλκανικός Πόλεμος) ήταν από τις πιο φονικές , αλλά και από τις πιο ένδοξες, της Νεώτερης Ελληνικής ιστορίας. "Είδα με τα μάτια μου, δάσκαλέ μου, συνάδελφό μου να πηδά στο βουλγάρικο αμπρί, στο Κιλκίς, και να καρφώνει με τη ξιφολόγχη το Βούλγαρο. Κι ο Βούλγαρος από κάτω να λογχίζει τον δικό μας. Κι ήτανε τρομακτικό το θέαμα. Νεκροί πεσμένοι και οι δυο, αγκαλιασμένοι σχεδόν να κρατούν σφιχτά το όπλο, με το ξίφος μπηγμένο στο κορμί του αντιπάλου ενώ η χλωμάδα του θανάτου δεν είχε σβήσει από τα πρόσωπά τους της ψυχής το βρασμό"* ήταν τα λόγια του Μπατιδογιάννη. Ο Ιωάννης Γεωργίου Τσάφος (Μπατιδογιάννης 1889 - 1η Οκτώβρη 1960) πολέμησε στους δύο Βαλκανικούς πολέμους. Στις μάχες Οστρόβου, Αετορράχης και Ιωαννίνων (Μπιζανίου) στον Α' Βαλκανικό και Κιλκίς-Λαχανά, Κρέσνας-Τζουμαγιάς στον Β' Βαλκανικό. Το Δίπλωμα Απονομής Μεταλλίων προς τον Ιωάννη Τσάφο, με την υπογραφή του Ελ. Βενιζέλου *απόσπασμα α...

Το πασχαλιάτικο Πάτουδο

Εικόνα
Το πρωινό της Κυριακής του Πάσχα όλος ο Δανακός μοσχομυρίζει. Από τη μια η Άνοιξη που έχει μπει για τα καλά, έχει ανθίσει και πρασινίσει ο τόπος και από την άλλη, φυσικά, το Πάτουδο . Όλα τα σπίτια ψήνουν το καθιερωμένο πασχαλινό φαγητό που περνά από γενιά σε γενιά αλλά παραμένει το ίδιο νόστιμο. Μια παράδοση που δεν αναβιώνει, δεν αναπαρίσταται, απλά συνεχίζεται και θα συνεχίζεται. Τσοι περασμένοι χρόνοι -όσο υπήρχαν οι ξυλόφουρνοι-, το Πάτουδο  το έφτιαχναν από την προηγούμενη, το Μεγάλο Σαββάτο, και το πήγαιναν στους φούρνους αποβραδίς. Το έπαιρναν το πρωί του Πάσχα, αφού το είχε ψήσει ο ξυλόφουρνος και μαζί με τη μυζήθρα, τα αυγά, τις κουτσούνες*  και το κρασί αποτελούσε το πασχαλινό τραπέζι. Το Πάτουδο είναι γεμιστό ρίφι* και η διαδικασία παρασκευής απλή μα θέλει μεράκι. Χρειάζεται κανείς να έχει μαζέψει άνηθο, μάραθο, δυόσμο, κρεμμύδι φρέσκο και ξερό, σεύκλα*  και κουτσουνάδες*. Αφού αλοιφθεί το ρίφι με λαδολέμενο κι αλατοπίπερο κι όλα τα υλικά ψιλομαγειρε...